Περιδιαβαίνοντας τον κόλπο
Γέρας της Λέσβου και τα χωριά
του συναντάς
αλλεπάλληλες εικόνες φυσικής
ομορφιάς .Σε ένα τέτοιο
όμορφο τόπο πέρασαν και αποτύπωσαν
στον καμβά και σε χαρτί
ζωγράφοι και φωτογράφοι ντόπιοι
και ξένοι όπως είναι
ο Στρατής Αξιώτης , ο Στρατής Γαβαλάς , ο Γιώργος Πέρρος,Ηώ Αγγελη,
Ο Βασίλης
Βαγιάννης ο Μάκης Αξιώτης, η Σαπφώ Βογιατζή
και πολοι νεώτεροι Γεραγώτες
,επίσης εκανε αισθητό το πέρασμα
από τη Γέρα ο Σπύρος
Παπαλουκάς πο μας άφησε
πολλά έργα με εικόνες
από τη Γέρα.

Στις
εικόνες της Γέρας
στέκω και εγω μαγεμένος και
σαν αυτοδίδακτος και είτε
με ζωγραφική
η με τη φωτογραφία δημιουργώ και
σας καταθέτω μικρά
εικαστικά δοκίμια

Στρατής Ζάνταλης


ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΑΣ










































































 


Τά  χωριά της  Γέρας




Η Γέρα  εκτός  από τις  φυσικές ομορφιές   που   περιτριγυρίζουν  τα χωρία της    παρουσιάζει  πανέμορφες  γωνίες  με τα όμορφα  νεοκλασικά  σπίτια  και με ομορφιές  λαϊκής  αρχιτεκτονικής . Φυσικά  όσο περνούν τα χρόνια  αλλά   υπόκεινται στη φθορά του χρόνου  και αλλά  στη  καταστροφική  νέα  αντίληψη .
Το  θετικό είναι  ότι τα χωρια  από μακριά  δένουν  με το όμορφο περιβάλλον  και δημιουργούν πανέμορφες  εικόνες και μαζί με το ασήμι  της ελιάς  και το πράσινο  των περιβολιών  που είναι γύρω από τα  χωρία  είναι ένα θαυμάσιο αποτέλεσμα .
Φωτογραφική  περιήγηση  με φωτογραφίες  θα αναδείξει  αυτές  τις  ομορφιές  με το φακό της φωτογραφικής μηχανής  από το  1977  μέχρι  σήμερα

      




      Παλαιόκηπος- Παλιότσπους.
  
      Ο Παλαιόκηπος  είναι  το πρώτο  χωριό που συναντάμε όταν ερχόμαστε  από τη  Μυτιλήνη.Ο
Παλαιόκηπος  είναι και αυτός από τα χωριά που ιδρύθηκαν μετά την άλωση. Δεν συμπεριλαμβάνεται
στον  παλιό κώδικα.Ο Σταυράκης  Αναγνώστου  και ο  Τάξης  αναφέρουν γύρω στα 1850 ότι ο Παλαιόκηπος  ή Παλαιός Κήπος έχει  οικογένειας περί τας 420  άπασας Χριστιανικάς. Έχει εκκλησίαν του  Αγίου  Ερμολάου ,τετράτακτον σχολήν  με 90 μαθητάς και ένα διδάσκαλον και τετράτακτον σχολήν θηλέων με 60 μαθητριών. Προϊόντα παράγει έλαιον,διαφόρους οπώρας και λαχανικά είχε  ατμοκίνητον ελαιοτριβείον και αλευροποιείον. (1900 ) Στη περιοχή του Παλαιοκήπου υπήρχαν βιοτεχνίες αγγειοπλαστικής .                                                  

Το  πρώτο κτήριο  που συναντάμε   είναι   το
δημοτικό σχολειό  του Παλαιόκήπου  που ειναι  πολύ όμορφο  βαμμένο  μπλε  μέσα  σε ένα φυσικό   περιβάλον .Είναι κτησμα  του 1923.









Ο  Παλαιόκηπος  στην τελευταία  απογραφή
βρέθηκε  με 1112  κατοίκους  συνολικά μαζί
με αυτούς που  μένουν  στο Αγλέφιρος  23 και
113  στην Ευρειακή.










        Στη  δεξιά  μεριά  του δρόμου  απέναντι στο σχολείο  βρίσκεται το  ηρώον του χωρίου .Η  όρθια
        πλάκα  του  αποτελείται από το κάλυμμα   της σαρκοφάγου που βρέθηκε πριν από χρόνια στη
        Μάννα  ενώ  κάτω  από   αυτό
        βλέπουμε  ένα ορθογώνιο  αρχι-       τεκτονικό μέλος με ανάγλυφο
        διάκοσμο μέρος  και   αυτό της
        κρήνης που για τον Koldewey
        βρισκόταν περί το 300-400 π.χ.
        στην ίδια τοποθεσία  (Μάννα)





















      Ο  δρόμος οδηγεί  στην εκκλησιά  του  χωριού , τον  Άγιο
     Ερμόλαο. Η εκκλησιά  είναι  τρίκλιτη  βασιλική  και έχει
     χαρακτηρισθεί  διατηρητέο  μνημείο.Υπάρχει κτητορική
     επιγραφή  επάνω από την κεντρική  πύλη,στο εσωτερικό
     της εκκλησίας που αναγράφει ότι ο ναός κτίσθηκε εκ θε-
     μελίων το 1795. Ο ναός έχει ένα πανέμορφο περίτεχνο
      τέμπλο και πλούσιο εσωτερικό  διάκοσμο.
     Ο άγιος μαρτύρησε  το 304  στη  Νικομήδεια της Μικράς
     Ασίας. Λείψανα  του φυλάσσονται  σε διάφορες  μονές ,
     τεμάχιο υπάρχει  και  στην εκκλησία του Παλαικήπου.
    
     Το  κωδωνοστάσιο  φτιάχθηκε  το 1900  απο μαλακή σκούρα γκρί  πέτρα .
     Είναι λεπτοκαμωμένο  με ωραιότατο  διάκοσμο ( επίκρανα, ανθέμια, τρίγλυφα  κτλ.)

     Η μνήμη του Αγίου  γιορτάζεται  στις  26   Ιουλίου.







Η ανάγλυφη  ροζέτα  στη κεντρική  καμάρα .



                              
                                            Στενό κάθετο στον δρόμο  για την αγορά  σήμερα  το πλακόστρωτο
                                            είναι με τσιμέντο


                                                                                                            
                          Τα στενά  δρομάκια  του  Παλαιοκήπου  που ήταν ντουσιμέδες  (πλακόστρωτα)



Η Ευρειακή  είναι το  όμορφο  επίνειο  του  Παλαιοκήπου






        Η Ευρειακή  είναι  το επίνειο του Παλαιοκήπου  που κάθε καλοκαίρι  σφύζει από  ζωή  
        από παραθεριστές  ντόπιους  και ξένους και φυσικά τους  Παλαιοκήπιανους που  σνουπέρνουν
       στο όμορφο  αυτό μέρος . Η παράλια της Ευρειακής είναι καλά  οργανωμένη .
        Στην  Ευρειακή  σήμερα  μένουν  μόνιμα πάνω από εκατό άτομα , εκεί υπάρχουν  πολλές   
        ταβέρνες  και ουζερί  καθώς μια καλή  νυχτερινή ζωή , επίσης  υπάρχουν  καλές συνθήκες
        για  διαμονή ,δωμάτια και διαμερίσματα, 



               

 

                                


                                          

Ευρειακή  2012
Πληροφορίες για τον Παλαιόκηπο από
το βιβλίο του Μάκη Αξιώτη
Στα χνάρια τα παληά

                                                                                 





                                                                                                                      

Πλακάδος 

 





            Ο Πλακάδος είναι   το μικρότερο  από τα χωριά  της  Γέρας  που χαϊδευτικά  το αποκαλούν
            και (Βερολίνο)  Είναι χτισμένος  επάνω σ΄ ένα λόφο, στα βόρεια του Παππάδου. 
            Ένας ποταμός που κυλά κάτω από κυπαρίσσια και φέρνει τα νερά  του από τη ρεματιά της
            ((Μάννας)) περνά δίπλα από το χωριό και μετά αφού διασταυρωθεί  με τον δημόσιο δρόμο
            ενώνεται με το άλλο ποταμάκι και καταλήγουν στον ποταμό της Ψας. Εδώ  λοιπόν  δίπλα 
            στον αμαξιτό βρίσκονται  οι δυο  είσοδοι του χωρίου.


            Εκεί  υπάρχει το το ηρώον του χωριού
            με ένα  αγροκήπιο και  ένα  κεντράκι 
            που σκιάζεται από  υψηλά    δένδρα .


            Στην τελευταία απογραφή ο Πλακάδος
            είχε  συνολικά 302  κατοίκους που  από
            αυτούς  στον Πλακάδο  μένουν  236 και
            στης  Απηδιάς  του Λάκου  64  .







         


                     Ο Πλακαδιανός Στρατής Δεδέκης μας ιστορεί μέσα από τη λαογραφική του συλλογή
                     την ιστορική πορεία του Πλακάδου . Το παρακάτω κείμενό έχει δημοσιευτεί στο
                     περιοδικό ΓΕΡΑ τον Μάρτιο του 1982 τεύχος 8.














 Ο Αη  Βλάσης  είναι ένα ζωντανό μουσείο που κρατά ζωντανό ένα κομμάτι
από την ιστορια της  <Μάννας>


       Η  εκκλησιά  του Πλακάδου  ειναι  ο Αη - Βλάσης. Είναι  μια τρίκλιτη βασιλική  που χτίσθηκε
       περίπου το 1840.  Αυτό  το φανερώνει και η κτητορική  επιγραφή  που  φέρει ανάγλυφα  την
       ημερομηνία .Εκείνο όμως που  έχει  μεγάλη σημασία είναι το αρχαίο υλικό που έχει  εντοιχιστεί
      στους τοίχους της και βρίσκεται σκορπισμένο στην αυλή της.  Η εκκλησιά   λοιπόν   άρχισε   να
      να  κτίζεται το 1836. Γι΄αυτό υπάρχει  και πλάκα στον αυλότοιχο   καθώς και το τούρκικο φιρμά-      νι  της άδειας.


      Μάννα  Πλακάδος

       Πρόκειται για  μια  περιοχή  που  είναι γνωστή σ΄όλη τη  Γέρα σαν  ΜΑΝΝΑ  . Δεν πρόκειται
       μόνο για μια νερρομάννα  αλλά για πολλές  που αναβλύζουν σε μια σχετικά μικρή  έκταση.
       Φαίνεται  ότι  από τα πανάρχαια χρόνια τα νερά εκεί  κυλούσαν  όπως  και  τώρα  και μάζεψαν
       γύρω τους  ανθρώπους  που  πάντοτε  τα λάτρευαν για τη  δύναμη  τους  να  γονιμοποιούν τη
       τη  στέρφα  γη.

         Αυτό το μέρος ανάμεσα στους  λόφους, κάτω  από
       τον  ελαιώνα,   με τα μικρά  του   μπαχτσεδάκια, τις
        συκιές, και  το  ποταμάκι στο μέσον σου ισκιάζει τα
       βήματα καθώς κοιτάζεις  γύρω σου.   Όπου  πεζούλα
       και μαρτυρία, όπου κατηφόρα και πλάκα .Περίσσεψαν
      φαίνεται από το  κτίσιμο  όλων των  εκκλησιών  των
      γύρω χωριών και κείνται  εκεί, δεξιά και ζερβά πετα-
      μένα ξεχασμένα,αφού μόνο στη μνήμη του 80ντάχρο -
      νου  Κώστα  Βεήκοντη  μένουν ακόμη   ζωντανά που 
      εδώ και χρόνια να τα σκεπάζει  με κλαδιά  μήπως και
      σωθεί τίποτα. Τρέμω και εγώ  ακόμα  μη και το θυμη-
      θουν  το μέρος  τίποτα αγιογδύτες  και  αρχίσουν  να
      ψάχνουν  για λίρες και πετρέλαιο..   
     Απόσπασμα  από το άρθρο  του Μάκη  Αξιώτη  στο
    περιοδικό   του Παγγεραγωτικού  Συλλόγου Αθηνών
    Τεύχος  17-18   Ιούλιος  1984
 Ανάγλυφο  μάρμαρο με το κλειδί της δρυός
Το λιοντάρι της   Γέρας
 

       Παπάδος

 

       Παπάδος                                                           Στρατῆς Γιαννῖκος.

 Το κεντρικό χωριό της Γέρας, που αποτέλεσε την έδρα του «Καποδιστριακού» Δήμου Γέρας.

Διασχίζεται από την κεντρική οδό «Πατρικού» που την κοσμούν πολλά  αρχοντικά σπίτια.                            
 
Παπάδος   από  την Αγ. Παρασκευή
Πατρικού είναι η αρχαία  ονομασία χωριού που υπήρξε τα χρόνια του Διοκλητιανού, όπως μαρτυρεί και το Κτηματολόγιο της εποχής. Ο  Τάξης το 1909 αναφέρεται στο περιβόλι της Πατρικούς, το οποίο οριζόταν από τον Άγιο Δημήτρη (σύνορα με το Μεσαγρό) ως τη σημερινή Κεντρική οδό της Πατρικούς. Κοντά στον ποταμό του Παπάδου και στο μονοπάτι που οδηγεί στον Σκόπελο βρίσκεται ο υδρόμυλος της Πατρικούς που χτίσθηκε το 1870.
                   Άποψη  του  Παπάδου   στο βάθος  ο  Σκόπελος.
 Στο κέντρο της «Πατρικούς» βρίσκεται το Πάρκο του χωριού με  το ηρώο πεσόντων. Δίπλα στο Πάρκο  υπήρχε το νεοκλασικό κτίριο της Λέσχης  του Παπάδου,  το οποίο
δυστυχώς στις αρχές της δεκαετίας του 1970 γκρεμίσθηκε.


Η  μηχανή  Βρανά  σήμερα  μουσείο.
Ο Παπάδος είναι σχεδόν ενωμένος με τα διπλανά χωριά (Πλακάδο στα βόρεια, Σκόπελο και Μεσαγρό στα δυτικά). Στα όρια του Παπάδου με τον Σκόπελο υπήρχε ένα σπίτι με εντοιχισμένες ζωγραφιές του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου.

Το χωριό έχει πολλές παλιές «μηχανές», ελαιουργικά εργοστάσια, από τα οποία λειτουργεί σήμερα μόνο το εργοστάσιο του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού,  δίπλα στον Ποταμό του Παπάδου, στη συνοικία «Τσαμάκια». Η Μηχανή του Ντουραχνιού» βρίσκεται στη διασταύρωση  που οδηγεί στο Πέραμα. Το Ελαιοτριβείο Καραμβάλη σε κοντινή απόσταση από το Συνεταιρισμό είχε νοικιαστεί παλαιότερα από τον  διανοούμενο της Γέρας, Π. Σκαρλάτο τον επονομαζόμενο και «Σοφό».   Διακόσια περίπου μέτρα πριν από τα όρια με τον Πλακάδο  υπήρχε η «Μηχανή του Ψύρρα» που σήμερα  λειτουργεί ως Πολιτιστικό Κέντρο με την επωνυμία «Πολιτιστικό Κέντρο “ Οδυσσέας Ελύτης”». Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται « Η Μηχανή του Βρανά», η οποία ήταν ιδιοκτησίας του παππού του Ελύτη, την οποία αναπαλαίωσε πριν λίγα χρόνια η Εταιρεία «Αρχιπέλαγος» και λειτουργεί ως θεματικό μουσείο και χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Το παλιό  γυμνάσιο  Γέρας . 
   Τα εκπαιδευτικά κτίρια
του Παπάδου είναι σκορπισμένα σε τρεις μεριές. Το σημερινό Δημοτικό Σχολείο Παπάδου, βρίσκεται πίσω από τον Ελαιουργικό Συνεταιρισμό και χτίσθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 με συνεισφορά των κατοίκων του χωριού και μικρή κρατική επιχορήγηση. Δίπλα ακριβώς από το Δημοτικό Σχολείο βρίσκεται το Κοινοτικό Γυμναστήριο,  ο χώρος του οποίου παραχωρήθηκε από τη Σχολική Εφορεία Παπάδου στα μέσα της δεκαετίας του 1930 στον  Παγγεραγωτικό Γυμναστικό Σύλλογο.  Την περίοδο της Κατοχής για τη βελτίωση του αγωνιστικού χώρου, διατέθηκαν από τον Π. Σκαρλάτο, τον  «Σοφό» 3.000 μεροκάματα, ο οποίος ανέθεσε σε αρχιτέκτονα και τα σχέδια για τη  δημιουργία σύγχρονου σταδίου.





   Το παλαιό Παρθεναγωγείο Παπάδου 
Το παλαιό Παρθεναγωγείο Παπάδου είναι ένα ωραίο απλό νεοκλασικό κτίριο   επί της Κεντρικής οδού . Κτίσθηκε το 1896 με χορηγία της Ρήγαινας Σουρλάγκα και του Ευστρ. Ψύρρα , λειτούργησε και ως κτίριο της Αγροφυλακής και  Ειρηνοδικείο και στα   τέλη του 20ού αι. στέγασε το Τεχνικό Λύκειο Γέρας. Δίπλα από το Παρθεναγωγείο βρίσκεται το Αρχοντικό Βρανά, το οποίο στέγασε  τη δεκαετία του 1980 και τμήματα  του Γυμνασίου Παπάδου.  Το Αρχοντικό Βρανά , το οποίο λειτούργησε και ως Αστυνομικός Σταθμός και αργότερα ως Δημαρχείο Γέρας, το χωρίζει μεσοτοιχία με το παλαιότερο εκπαιδευτικό κτίριο του Παπάδου, το οποίο κτίσθηκε σε τρία επίπεδα το 1872, αποτέλεσε το πρώτο «Ελληνικό Σχολείο» της  Γέρας και αργότερα λειτούργησε  ως Γυμνάσιο Γέρας. Το σημερινό Γυμνάσιο – Λύκειο Γέρας βρίσκεται στα όρια με τον Πλακάδο  στην περιοχή «Αγιάν- Μπαχτεσί».





 Η  παλιά  αγορά  του  Παπάδου .
Συνοικίες – μαχαλάδες του Παπάδου.  Οι κυριότερες συνοικίες του Παπάδου είναι : 1. Της Πατρικούς 2. Τα Τσαμάκια 3. Ο Ντουραχάνης 4. Η Καράμπαλη 5. Η Αγορά 6. Το Καστέλλι 7. Ο Αϊ - Γιάννης

Αξίζει  να αναφερθούμε στην παλιά αγορά του Παπάδου, η οποία σήμερα έχει πλακοστρωθεί και κοσμείται από μια υπέροχη σκαλισμένη  μαρμάρινη βρύση που φέρει επιγραφή 1795 και η οποία παλαιότερα βρισκόταν στον αυλόγυρο της εκκλησίας του Ταξιάρχη. Ο Ταξιάρχης βρίσκεται στην παλαιά αγορά του χωριού και είναι μια ξυλόστεγη, βασιλικού ρυθμού εκκλησία με ένα υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Κτίσθηκε το 1836 από τον μάστορα Στρατήγη Καρέκο , από την Ανεμώτια. Το καμπαναριό της εκκλησιάς, φτιαγμένο από ντόπια μαλακόπετρα χτίσθηκε το 1924.
Η  μαρμάρινη  βρύση  στη πλατεία.

 Πάνω από το Αρχοντικό Βρανά βρίσκεται  ο λόφος «Καστέλλι» που έχει δώσει και την ονομασία και στην ομώνυμη συνοικία. Στην κορυφή του λόφου βρίσκεται ο ναός της Αγίας Παρασκευής με την εντοιχισμένη πλάκα να μαρτυρεί ότι χτίσθηκε το 1868. Η ονομασία Καστέλλι προέρχεται από την ύπαρξη των υπολειμμάτων  του μικρού Κάστρου Παπάδου (χτισμένο μάλλον την βυζαντινή εποχή) και το οποίο λειτουργούσε ενισχυτικά της άμυνας του Παληόκαστρου









Παλιό  μπακάλικο  στη  πλατεία  Παπάδου.  Ζωγραφική   Στρατής  Ζάνταλης
Εικόνα  στο έμπα  του Παπάδου .


Ο Αϊ – Γιάννης είναι η συνοικία του Παπάδου που βρίσκεται στα όρια με τον Παπάδο. Παλαιότερα αποτελούσε ξεχωριστό χωριό  και έμεναν περί τις 10 οθωμανικές οικογένειες,   αφού σύμφωνα με την παράδοση ο Ταξιάρχης δεν επέτρεπε στους Τούρκους να μένουν στον Παπάδο. Υπήρχε μάλιστα και τέμενος το οποίο με την απελευθέρωση από τους Τούρκους, το 1912, γκρεμίσθηκε για να χτισθεί η σημερινή εκκλησία του Αϊ – Γιάννη.

 Το αρχοντικό  Βρανά 




                           Νεοκλασικά   στον κεντρικό δρόμο του Παπάδου

Παλιά  βρύση  σε γειτονιά  του Παπάδου .




Σοκάκια  του Παπάδου








Άποψη του Παπάδου  στο βάθος  ο Παλαιόκηπος

Στη τελευταία  απογραφή  η κοινότητα  Παπάδου  είχε  συνολικά  με όλα τα διαμερίσματα     1588
κατοίκους. Αναλυτικά Παπάδος: 1442, Μάρμαρο : 106 και Χαλατσές  40  .


            Το  λιμανάκι στο  Μάρμαρο !!!

          Χαλατσές   μια όμορφη παραλία  του κόλπου.


  











     Μεσαγρός.




           Μεσαγρός και   Σκόπελος  ενωμένα  σε ενα  ζωγραφικό έργο  του Στρατή  Ζάνταλη .



.Ο  Μεσαγρός  είναι ένα  από τα πιο γραφικά  χωριά της  περιοχής , είναι  αμφιθεατρικά χτισμένος με μια μαγευτική  θέα προς τον κόλπο  της Γέρας .
  Υπέροχα τα και καταπράσινα τα μονοπάτια γύρω από το χωρίο, μπορούν να οδηγήσουν το διαβάτη, μέσα από μια κατάφυτη από μηλιές και καστανιές διαδρομή μέχρι την Αγιάσο. Στην καρδιά του χωριού η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής και το οθωμανικό τζαμί και για όσους... «πεινάσουν» την τέχνη, ζεστά ακόμη τα ψωμιά που ζωγράφισε ο Θεόφιλος, σε φούρνο του Μεσαγρού.

Ο  Μεσαγρός  είναι τόσο παλιός όσο ο Σκόπελος.  Στο  ίδιο κτηματολόγιο, της  εποχής των αυτοκρατόρων(300-400 Μχ)  μνημονεύεται και αυτό το χωριό με τη
Γη  που του ανήκε.  Χω(ριο
ν)  Μέσου  Αγρού .
Είναι λοιπόν  ένα από τα  αρχαιότερα   χωριά της  περιοχής .  Στους  αρχαιολογικούς  του χάρτες  ο Ι Κοντής παρουσιάζει σίγουρη την ύπαρξη του  από το 480  Πχ   και   πιθανή  κατά τους  αρχαϊκούς  χρόνους  (750  Πχ)
Μετά το βρίσκουμε στα χωριά  που υπήρχαν  πριν το 1565  (χαμένος  μητροπολιτικός
Κώδικας  Μυτιλήνης )   Επάνω  από το χωριό υπάρχουν  γαλαρίες  από εγκαταλειμμένο   ορυχείο.   Αυτό έβγαζε αντιμόνιο  το 1856 το εκμεταλλευόταν  ένας
Γάλλος   μηχανικός,  ο  JOURDAN,  ο οποίος το είχε νοικιάσει από  τον ιδιοκτήτη του Ισμαήλ  Πασά, διοικητή τότε του νησιού.


Το  χωριό μνημονεύεται και από τον  Σταυράκη   Αναγνώστη  το 1850, ο  οποίος
 Γράφει:  Μεσαγρός ή Μεσαίος Αγρός, υπό  χριστιανών  και τούρκων  κατοικημένος.
Ο  ναός αυτού  είναι  η Ζωοδόχος Πηγή, και οικίας  έχει περίπου διακοσίας  .
Βλέπουμε λοιπόν το ναό να υπάρχει το 1824  προς τιμήν της Ζωοδόχου Πηγής όπως και σήμερα .
Μεσαγρός το 1907 έχει  450 σπίτια   από τα οποία τα 100  ήταν τούρκικα 
Ο  πληθυσμός  ανέρχεται  σε 1700 Έλληνες  και 450  Οθωμανούς,  Έχει  σχολείο  αρρένων με  τέσσερεις τάξεις και 100 μαθητές όπου διδάσκουν   δυο δάσκαλοι  και
Σχολειό  θηλέων, επίσης τετρατάξιο με 100 μαθήτριες   και μια δασκάλα .
Σήμερα  ο Μεσαγρος  είναι με λίγους  κατοίκους   το σχολειό είναι κλειστό οι κάτοικοι στη
τελευταία  απογραφή είναι  Μεσαγρός   631, Πύργοι  91,Αυλωνας  29, Φτέλι  15 .Συνολικά  η κοινότητα    στην  απογραφή είχε  766  κατοίκους.



     Ο   φουρνος στο Μεσαγρό  που υπαρχουν έργα  του Θεόφιλου .                                                                                            
                                                                                             
Πληροφορίες για τον Μεσαγρό  από
το βιβλίο του Μάκη Αξιώτη
Στα χνάρια τα παληά



Μεσαγρός: Μια καθημερινή σκηνή

            Μεσαγρός:  Άποψη  απο τον Σκόπελο στο βάθος  το Παλιόκαστρο.

          Μεσαγρός!   Μερική άποψη από το Πρόβασμα  με το σχολείο το Τζαμί  και τον ελαιουργικό   συνεταιρισμό

           Νεοκλασικό  στον Μεσαγρό  ζωγραφισμένο από τον Στρατή Ζάνταλη .


             Νεοκλασικά  στο έμπα  του  Μεσαγρού  άπο τον Παπάδο : φωτο 1980

         Άγιος  Δημήτριος στον Μεσαγρό.


           Λιμανάκι στους Πυργους



     Ένα πανέμορφο λιμανάκι (πγαδέλ) δίπλα  από τον οικισμό  Πύργοι.

   




























   Όμορφες  εικόνες  άπο  τον Αυλωνα .
 





       Το  Φτέλι  ένας γραφικός  όρμος  έξω από τον Κόλπο της Γέρας.










          Φτελι 



    
           





ΤΟ ΠΕΡΑΜΑ
Από τα πολύ παλιά χρόνια ήταν το εμπορικό κέντρο που δέσποζε στην περιοχή. Πέρασε εποχές ακμής, περιόδους που μόνο τα ερείπια έδειχναν την παλιά του δόξα και τώρα τελευταία άρχισε πάλι να ξαναζωντανεύει. Βρίσκεται στο δυτικό μέρος του κόλπου, ακριβώς εκεί που τελειώνει το στενό του τμήμα και αρχίζει να πλαταίνει. Απέχει 5 κm από τον Παππάδο. Το καλοκαίρι έρχεται και «αστικό» λεωφορείο από την Μυτιλήνη, ακολουθώντας την όμορφη διαδρομή κατά μήκος της παραλίας του προς τα βόρια.  Χρόνια και χρόνια όμως, χειμώνα και καλοκαίρι δένεται με την πρωτεύουσα με βάρκες που φτιάχτηκαν γι' αυτό το σκοπό. Έρχεται το λεωφορείο από την Μυτιλήνη ακριβώς απέναντι, στην Κουντουριδιά. Οι βάρκες, με ανταπό­κριση στην ώρα, μεταφέρουν τον κόσμο. Θυμάμαι, παλιά, το δίδυμο, το «πουλάκι» και την «φακλάνα». Ζέσταιναν την ντήζελ, φώναζαν «άλλος για πέρα» και ντουμάνι ο καπνός. Αν ο κόλπος ήταν ανταριασμένος και έσβηνε η μηχανή, η βάρκα, έρμαιο των κυμάτων, παρασυρό­τανε για αρκετή απόσταση. Μετά προστέθηκαν πιο σύγχρονα σκαριά, όπως η «Αθηνά του Μαρινέλη» και η «βενζινάκατος» του Γαβαλά. Τέλος έγινε ο «Ποσειδώνας» και η βάρκα του «Αβέρωφ» Τώρα  κάνουν το πέρασμα τρις βάρκες. Αυτό το πέρασμα ήταν και εξακολουθεί να είναι γραφικό. Μόνο η πολύ μεγάλη φουρτούνα τον χειμώνα μπορούσε να αναβάλλει το «δρομολό­γιο». Έτσι, σ' αυτό το σημείο που η αντίπερα όχθη απέχει 850 περίπου μέτρα, γινότανε από τα πολύ παλιά χρόνια το πέρασμα με τα «περάματα» μεγάλες βάρκες, σαν μαούνες, με πανί. Είχαν μέσα στρωμένο αμμοχάλικο, φόρτωναν ανθρώπους και ζώα και τα περνούσαν απέναντι. Από εκεί συνέχισαν με το ζώο και οι πιο παραλήδες με την άμαξα ως την «χώρα». Άλλες βάρκες πήγαιναν πιο μακριά, ως το «Ακόθ», που υπήρχε από τότε το καφενείο·. Από εκεί μόνο το σκαρφάλωμα έμενε στον «γαϊδαρανήφορο» για να φθάσει κανείς στη Μυτιλήνη (την χώρα ή το κάστρο όπως λεγότανε από τους παππούδες μας). Αυτό λοιπόν το «Πέρασμα» με την βάρκα έδωσε και το όνομα στο λιμάνι αυτό. Έτσι ονομάστηκε Πέραμα. Ήταν πάντα ένα λιμάνι. Τα χωριά της Γέρας, με την οικονομική ευρωστία που τα χαρακτήριζε, από εκεί έστελναν το λάδικαι από εκεί προμηθεύονταν ότι τους ήταν απαραίτητο. Έτσι ήταν πάντα γεμάτο εμπορικά για «αποικιακά και εδώδιμα», λαδάδικα που φύλαγαν μέσα στα κιούπια και αργότερα στα σιδερένια βαρέλια και στις τσίγκινες λαγήνες το λάδι, σαπουνάδικα που ακουγόταν αδιάκοπα το ρυθμικό «τικ-τακ» για το καλούπιασμα του σαπουνιού, ταλκομηχανές πάλι για το σαπούνι και λίγο πιο πέρα δέσποζε το «νταμπακαριό». Αυτό είχε την δική του σκάλα που άραζε το καΐκι με τα πανιά, ο «Στρατής», ιδιοκτησία του εργοστασίου. Αυτό έφερνε την πέτκα (φλούδα του πεύκου) και το κύπελλο του βελανιδιού για να βγει στον «μύλο» η ταννίνη που θα «στύψιαζε τα πετσιά». Και θυμάμαι τον θόρυβο και την ξυλόσκονη που σκέπαζε τα πάντα στην πίσω μεριά του «νταμπακαριού». Μπορεί να είχε σκόνη και θόρυβο τότε, αλλά μετά καταλάβαμε ότι όλα αυτά ήταν προτιμότερα από την αθόρυβη και ύπουλη χημική «πρόοδο».



Στους ξένους περιηγητές το λιμάνι αυτό δεν αναφέρεται σαν Πέραμα. Το 1785, ο Choiseul Gouffier, αναφέρεται στο λιμάνι της Γέρας (ΗΙΕRΟ) «που ήταν ήδη γνωστό από τους ξένους ναυτικούς». Το 1789, ο Friesman, το αναφέρει σαν λιμάνι «ΟLΙVΙΟ ή ΟLΙVΙΕR». Και οι δύο προφανώς εννοούν ολόκληρο τον κόλπο. Αλλά φαίνεται ότι το λιμάνι από όπου έκαμαν τροφοδοσία ήταν πιθανώς το σημερινό Πέραμα. Έτσι ο Άγγλος διπλωμάτης Τurner, έχει το 1816 αγκυροβολήσει στον κόλπο ΟLΙVΙΕR. Θα μεταφέρω εδώ όλο το απόσπασμα από τα γραπτά του που έχουν ιστορική σημασία:

«Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 1816. Όλη την ημέρα φυσούσε νοτιά και δεν σταμάτησε να βρέχει μέχρι το μεσημέρι. Η υπόλοιπη ημέρα ήταν όμορφη. Το απόγευμα ο George και εγώ πήγαμε στη σκάλα προς τα δυτικά 3 μίλια από το λιμάνι. Περπατούσαμε πότε στην ακρογιαλιά και πότε κάτω από τις ελιές, όπου μερικά χωράφια ήταν σπαρμένα με σιτάρι αλλά το έδαφος κυρίως ήταν ένα τέλειο έλος, γιατί η επιφάνεια του ήταν πολύ χαμηλή και σε δύο τρία σημεία εισχωρούσε η θάλασσα βαθιά μέσα του.




. Το κύριο προϊόν του νησιού είναι το λάδι του, που η πύλη απαγορεύει στους νησιώτες να πουλήσουν στα ευρωπαϊκά καράβια. Αλλά αυτός ο νόμος, όπως όλοι οι τούρκικοι, εύκολα καταστρατηγείται με δωροδοκία προς τις αρχές. Τώρα οπωσδήποτε είναι πολύ δύσκολο να γίνει αυτό, γιατί ο καπετάν πασάς σκότωσε σ' αυτό το λιμάνι (της Γέρας), τον διοικητή της Σμύρνης, του οποίου η τύχη προξένησε εδώ μεγάλο τρόμο. Μέχρι τώρα είναι στο λιμάνι ένα Γαλλικό πλοίο που περιμένει για λάδι κι ο καπετάνιος του ελπίζει να τα καταφέρει με τον καιρό και με χρήματα. Η σκάλα έχει δυο-τρία μαγαζιά, καφενείο, κουρείο, κρεοπωλείο, φούρνο και μπακάλικο όπου πωλούν φρούτα, κεριά, πίπες, χαβιάρι, ξερά ψάρια και πενήντα άλλα είδη. Στο πλοίο γύρισα το βράδυ τσαλαβουτώντας μέχρι τους αστραγάλους στο νερό». Την άλλη μέρα πήγε ξανά με βάρκα και αγόρασε 15 οκάδες λάδι προς «16 παράδες την οκά».
Εδώ προφανώς με το όνομα «Σκάλα» έχουμε το Πέραμα αν και το βλέπουμε κάπως «ισχνό» στην περιγραφή σε σχέση με τα εμπορικά που υπήρχαν τότε. Όμως το λιμάνι που αναφέρεται σε απόσταση τριών μιλίων από την σκάλα ταιριάζει απόλυτα με τον όρμο του Φτελιού, έξω από το στόμιο του κόλπου











Ο Σταυράκης Αναγνώστης, το 1850, δεν μνημονεύει το Πέραμα. Τότε δεν υπήρχαν μόνιμοι κάτοικοι, αλλά εξυπηρετούσε σαν λιμάνι τα 7 χωριά της Γέρας που αναφέρονται. Πενήντα περίπου χρόνια αργότερα ο Τάξης, γράφει: «Προ των χωρίων της Γέρας εις μικράν δια θαλάσ­σης από του Ντιπ απόστασιν, προς Ν, εύρηται το Πέραμα, επίνειον της όλης περιφερείας, εν ω συγκεντρούται άπαν το εξαγωγικόν και εισαγωγικόν εμπόριον του τόπου. Έχει καταστήματα περί τα εξήκοντα (!). Οκτώ μεγάλα σαπωνοποιεία, δύο ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, εν ατμοκίνη-τον αλευροποιείον και βυρσοδεψείον καλώς κατηρτισμένον, εν ατμοκίνητον λειοτριβείον δαλκ και τινας οικίας και καφενεία προς το μέρος της θαλάσσης». Βλέπουμε το Πέραμα στην πλήρηάνθηση του. Πενήντα χρόνια μετά, το κόκκινο κρεμαστό φανάρι που άναβε πάνω στο κεφαλό-σκαλο έδειχνε στα ξύλινα μεγάλα καΐκια με τα πανιά που θα ξεφορτώσουν τίς «μπάλες» το άχυρο και τα κουμάρια, στη μεγάλη σκάλα. Τότε που κατέβαιναν το ένα πίσω από το άλλο τα μεγάλα βαρέλια με το λάδι, κυλώντας προς το λιμάνι. Κάθε αχθοφόρος έσπρωχνε δύο-τρία βαρέλια από κάθε φορά. Πάντα υπήρχε τελωνείο στο Πέραμα. Και λιμεναρχείο.











Οι κάτοικοι του Περάματος, το 1981, ήταν περίπου εξακόσιοι. Οι περισσότεροι είναι ψαρά­δες και παλιά εργάτες στα εργοστάσια. Έχουν πολύ δραστήριο σύλλογο (σωματείο) φορτοεκφορτωτών. Τον χειμώνα μένουν ανοικτά ορισμένα καφενεία, ταβέρνες και δύο ζαχαροπλαστεία. Το καλοκαίρι σφύζει από ζωή, λειτουρ­γούν δε πολύ περισσότερα κέντρα και καταστήματα. Ο πολιτιστικός του σύλλογος ο Ποσειδώνσυμβάλλει στον εξωραϊσμό του γραφικού αυτού λιμανιού που η κεντρική του αγορά διατηρεί ακόμα τα παλιά κτίρια που ανακαινίζονται. Παλιά, εκεί που τώρα βρίσκεται η προκυμαία, υπήρχε μια σειρά από παράγκες, ο «Παλεχανάς» επάνω σε πασσάλους και στο μέσον της πλατείας ένας ευκάλυπτος . Τώρα μέσα στους δρόμους γυρίζει και η μασκώτ του χωριού, ο πελεκάνος Μάκης.








Προς το Πέραμα, στην θέση του στρατοπέδου, ήταν κτισμένο το μεγάλο ελαιοτριβείο της «Εγγλέζας», από την Αγγλίδα ιδιοκτήτρια του. Υπάρχει αναφορά του 1894 γι’ αυτό. Πιο πέρα, στο μικρό γεφυράκι, υπήρχε τοΕλαιοτριβείο-νταλκομηχανή του Στρατή Πασπάτη από το 1904.Αυτό κάηκε και μένει τώρα μόνο ένα κτίσμα. Παρήγαγε και φουντουκέλαιο.
Στο Πέραμα, στην είσοδο από τα νότια αριστερά στέκεται με τον υψηλό του καπνοδόχο το ελαιοτριβείο-Σαπουνοποιείο-ραφινερί του Χατζηγιάννη. Σταμάτησε να λειτουργεί στα 1974. Πίσω από αυτό ήταν τοΣαπουνοποιείο του Χατζηγιαννάκη το οποίο αγόρασε ο Χατζηγιάννης και μετά κάηκε.Τούτο χτίστηκε στα 1898..Τώρα το γκρέμισαν . Στο παλιό γήπεδο βρίσκεται τοΣαπουνοποιείο του Τάκη Χατζηιωάννου, που σταμάτησε στα 1969.


Στην προκυμαία, στην γωνία που βρίσκεται τώρα το κτιριακό συγκρότημα του ζαχαροπλαστείου «Ανεμώνη» βρισκόταν τοΣαπουνοποιείο του Σουρλάγκα. Κάηκε και μετά έφτιαχνε ζωικές κόλλες. Μετά το Σαπουνοποιείο του Χατζηβασιλείου, το οποίο ανήκει τώρα στον Δήμο. ΤοΣαπουνοποιείο-ραφινερί της ΕΣΕΜ, κτίστηκε στα 1928. Ηταν το τελευταίο που σταμάτησε να λειτουργεί. Κάηκε και η κεραμοσκεπή του αντικαταστάθηκε από επίπεδη πλάκα. Μετά είναι το Σαπουνοποιείο Χατζηβασιλείου, το οποίο ανακαινίστηκε και φιλοξενεί ένα ωραίο εστιατόριο.Αυτό «βλέπει» και στην εσωτερική πλατεία.
Στην νότια έξοδο το μικρό Σαπουνοποιείο –ραφινερί  του Μοσχόβη, μετατράπηκε σε ζαχαροπλαστείο. Μετά, δεξιά ερειπώνεται το μεγάλο ελαιοτριβείο-σαπουνοποιείο-νταλκομηχανή του Βαρελτζίδη. Αυτό είχε μεγάλη ιδιόκτητη σκάλα στην θάλασσα.
Το γνωστό «έλος» που τώρα σιγά-σιγά μπαζώνεται λειτούργησε κάποτε σαν αλυκές. Εκεί υπήρχε ο «μπαχτσές του Μαλαπάσχα» και ένα καφενεδάκι. Σ’ αυτό τον χώρο κτίστηκε το νέο Βυρσοδεψείο των Αφων Σουρλάγκα προς την θάλασσα. Το παλιό, ιδρύθηκε στα 1833. Έκλεισε στα 1989. Ο Ανεμόμυλοςαναφέρεται σε χάρτη του Βρετανικού Ναυαρχείου στα 1834. Χρησιμοποιήθηκε για να κονιοποιεί πέτκα και βελανίδι από το βυρσοδεψείο αλλά ήταν αλευρόμυλος, που άλεσε σιτάρι και στην κατοχή. Τώρα ανακαινισμένος από το ΥΠΠΟ, φιλοξενεί εκθέσεις του Δήμου από το 2004. Το εργοστάσιο, το μεγαλύτερο των Βαλκανίων έκλεισε από τον ανταγωνισμό, δημιουργώντας κάποια εποχή προβλήματα οικολογικά στα νερά του κόλπου. Τώρα παραμένει ένας τεράστιος, αναξιοποίητος χώρος,, ιδιοκτησία των Τραπεζών.
* Παλεχανάς: Τούρκικη λέξη που σημαίνει μέρος που πωλούν ψάρια.
* Πεσσίσκος: Αρχιτεκτονικό μέλος, συνήθως ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, που βρισκότανε στο «χώρισμα» (τέμπλο) της  παλαιοχριστιανικής βασιλικής.
 Κείμενο του Μάκη Αξιώτη από το βιβλίο "Στα χνάρια τα παληά- Οδοιπορικό γύρω από τον Κόλπο της Γέρας", Έκδοση του Παγγεραγωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Αθήνας- Φεβρουάριος 1987








          Σκόπελος







Οι  τόποι του  νοτιοανατολικού τμήματος του νησιού, όπου στην αρχή  αποβιβαστήκαν και εγκαταστάθηκαν ο άποικοι, πρέπει να ήταν  τα  νοτιοανατολικά  παράλια στο   Αιγαίο Πέλαγος   τον μεταξύ των δύο κόλπων τμήματος στο Αιγαίο  με συνέχεια  τα δυτικά παράλια του στομίου   του κόλπου της Γέρας.
Τάρτι-Λιγονάρι
Στο συμπέρασμα  αυτό  μας οδηγούν οι ονομασίες διαφόρων  παραλιακών αγροτικών περιοχών και  θέσεων  στα παράλια αυτά  που τα ονόματα τους μπορούν να ταυτισθούν με  τα ονόματα οικισμών, βουνών και θέσεων στη Θεσσαλία , Στεμνά και Πελοπόννησο ή και απλώς με  αρχαία ονόματα.  Και  οι τόποι αυτοί θα όταν τα σημερινά Φαρά(αρχαίο  Φαραί), ο Τάλανθος  ( αρχ. Τάλαντος), τα Μυρσίνια ( αρχ  . Μυρσίνειον), τα Τσίλια και το  Όρος ( αρχ. Κιλλαιον  Όρος), το  φτέλι ( Αρχ. Πτελέον),  ο Αύλωνας  (αρχ. Αυλών ), ( Δ.Π.Μαντζουράνη. Οι πρώτες  εγκαταστάσεις των Ελλήνων στη Λέσβο, σελ. 30).
Τσίλια
Ανάμεσα στις   θέσεις   αυτές υπάρχουν  και  άλλες παραλιακές  θέσεις   π.χ  Τάρτ, Τσάφ, Λιγουνάρ, Μυρσίνια, Κατσίνια και άλλες κατά  μήκους του στόμίου του κόλπου, στις δυτικές του  παραλίες  μέχρι της  μεγάλης πεδιάδας του ανοίγματος  του κόλπου  Γέρας,π.χ Στράτσα  , Βαθ, Ασώματος,Μάρμαρο, Κούμανος και είναι φυσικό και σ΄αυτές να εγκαταστάθηκαν άποικοι, αλλά είναι  δύσκολο   οι θέσεις αυτές, εκτός από τα Μυρσίνια που  αναφέραμε  παραπάνω, να ταυτισθούν με αρχαϊκά  ονόματα. Η εγκατάσταση των αποίκων επεκτεινόταν και στο εσωτερικό των  τόπων της αρχικής  εγκαταστάσεις  των, γιατί  όλες  αυτές  οι παραλίες παρουσιάζουν   από την αρχή   τους πεδιάδες  μικρές  η μεγαλύτερες, κατάλληλες για διαμονή και καλλιέργεια.    Γιατί αλώστε   ο καθηγητής  Μιχ. Στεφανίδης   στο άρθρο του στη ( Νέα  Ημέρα   Τεργέστης ) έγραφε ότι καταλληλότερη  για οικισμό του εφαίνοντοας; πάντοτε τα εξ αριστερών μέρη της εισόδου του κόλπου.
Ο κάμπος  της Γέρας από τον Σκόπελο
Ο   Δ.Π.Μαντζουράνης στο βιβλίο του   στις σελ. 31-32, αναφέρει και τις θέσεις Παρώρα πληθ.Παρώρες   ( αρχ, Παρώρεια, Παρωραιά) και Λίμνες   (αρχ, Λίμναι), άλλοι θέσεις αυτές, που είναι η μια κοντά στην άλλη, βρίσκονται μακριά από τη θάλασσα, σε απόσταση   τριών  περίπου χιλιόμετρων από τη δυτική παραλία του κόλπου και αν κατοικήθηκαν  από άποικους αυτό θα έγινε αργότερα ,
Έτσι άρχισαν τη νέα  τους  ζωή οι πρόγονοι μας. Και τα χρόνια κυλούσαν ειρηνικά, δεν αναφέρονται συγκρούσεις και ανωμαλίες για μακρό διάστημα.
Στο τέλος  όμως τριών ή τεσσάρων γενεών  από τη πρώτη εγκατάσταση τους  οι συνθήκες άρχισαν να δυσκολέυουν.   Ο πληθυσμός αύξανε, οι κλήροι μικραιναν  και έπρεπε να βρεθούν νέοι πόροι.  Και η αρχή πρέπει να έγινε με επεκταση της καλλιέργειας   σε νέα εδάφη  .Οσο όμως πήγαινε  διαλέγανε και άλλα εδάφη μέσα στην απέραντη περιοχή, που θα την εξερευνούσαν και θα είχαν αποκτήσει καλή  αντίληψη  όσο  κι ανη  φυσική κατάσταση της ζούγκλας  παρουσίαζε  δυσκολίες στην  εξερεύνηση.
Είναι φυσικό  η προσπάθεια τους  για αξιοποίηση νέων εδαφών να στράφηκε  στη εκτεταμένη  πεδιάδα της δυτικής πλευράς  του κόλπου(τον κάμπο της Γέρας)  Άλλοι πάλι  για αποφύγουν   τις πλημμύρες   των χειμάρρων   και τη δύσκολη  γενικά διαμονή στις  παραλίες του κόλπου , θα διάλεγαν τα εδάφη  στον πλατύ αυτόν κάμπο  και θα  έφθαναν  μέχρι τους  πρόποδες των βουνών  που υψώνονται στο τέρμα του.

 Αμπάρια  (Κούμανος)
Έτσι  μπορούμε με πολλή   αληθοφάνεια να φαντασθούμε  ότι το πρωί μιας μέρας μέσα  στον ενδέκατο ή δέκατο το βραδύτερο  αιώνα  π.χ., μια ομάδα από  8-10  άνδρες ,όλοι  στην ακμή της ηλικίας των συγγενείς  φίλοι μεταξύ τους   που  ανήκαν στην ίδια φυλή , ξεκίνησε  από  κάποιο σημείο της  νοτιοανατολικής  πλευράς   του κάμπου, ας  πούμε  από την σημερινή θέση  (Κούμανος), με πρόθεση να  προχωρήσουν δυτικά και να φθάσουν μέχρι  το τέρμα του κάμπου, ως εκεί που αρχίζουν οι πρόποδες  των βουνών  για να βρουν  κατάλληλες εκτάσεις για εκχέρσωση και καλλιέργεια .     Είχαν για κατεύθυνση  το βάθος του ορίζοντα   το βουνό Περιστέρι.    Προχωρούσαν  με δυσκολία  όπου   όλα πρόδιδαν ότι δεν είχε ξαναπεράσει  από εκεί  άνθρωπος  .Κρατούσαν μεγάλα  ραβδιά  για διευκόλυνση στη πορεία  και προφύλαξη .   Προσέχανε τα εδάφη για τη ποιότητα της γης ,για την ύπαρξη  νερών   ή  πηγών  . Δεν  ικανοποιούταν     απ΄  όσα έβλεπαν και συνέχιζαν την  πορεία  τους  δύσκολα και αργά, αφού γινόταν πεζή και το έδαφος  ήταν γεμάτο εμπόδια   δένδρα  μεγάλα μικρά σπασμένους κορμούς.   Και  ο ήλιος  αψήλωνε πάνω από τα κεφάλια τος, εποχή   ήταν  ο μήνας Θαργηλιών  (Μάιος) , άρχισαν να καματώνονται κι έκαμαν ξεκουρασιές  .    Εξακολούθησαν  την πορεία  και ύστερα  από κάμποση ώρα συνάντησαν ένα μικρό ποταμό με μέτρια  νερά να τρέχουν  προς τ΄ ανατολικά     η κοίτη του  σε μικρό βάθος.  Τα νερά  του ήταν καθαρά και κρύα  και έτσι που ήταν κουρασμένοι , έσκυψαν  και ήπιαν. Πλήθος πουλάκια πετούσαν   χαρούμενα εδώ και εκεί τιτιβίζοντας  .Ακολουθούσαν  πάντοτε από δεξιά τη γραμμή του ποταμού που  κατέβαινε από δυτικά,   στις όχθες του υπήρχαν  θάμνοι λογής  -λογής   λουλουδιασμένοι, επίσης δένδρα άγρια με πυκνά φύλλα  και στάθηκαν στη σκιά τους για ξεκούραση .Ακούστηκε τότε εκεί το κελαίδημα ενός αηδονιού.  Παραιτήθηκαν από την προσπάθεια  να εξερευνήσουν τους τόπους δεξιά και αριστερά του ποταμού. Είδαν ότι η χρησιμοποίηση των νερών για πότισμα δεν ήταν   ικανοποιητική και περιορίσθηκαν να ακολουθήσουν   το ρέμα του ποταμού  για να βρουν τις πηγές του.  Η σκληρή πορεία συνεχιζόταν επί πολύ με φλογερό το ήλιο .Συνεχιζόταν η προσπάθεια να φθάσουν  εκεί που έθεσαν  σαν τέρμα, τους πρόποδες του βουνού, που άρχισαν πια να πλησιάζουν, ο ποταμός  έκαμε  τις καμπύλες του, τον έχαναν  από τα μάτια τους και τον ξανάβρισκαν. Τίποτε   παρότι ήλπιζαν  δεν εύρισκαν, ενώ το έδαφος άρχιζε να ανηφορίζει. Περπάτησαν  ακόμη αρκετά, βουτηγμένοι στον ιδρώτα, πλησίασαν περισσότερο χωρίς και να φθάσουν , τους πρόποδες του  βουνού και σ΄ένα σημείο, δεξιά   τους και πολύ κοντά τους, παρατήρησαν μια μεγάλη  έκταση  ασκεπή    γεμάτη  βράχους χαμηλούς, πολύ κοντά  ο ένας στον άλλον, που ανάμεσα τους δεν  υπήρχε χώμα   για ν΄αναππτυχθουν φυτά,  το χρώμα των βράχων   θαλασσί  ανοιχτό  σαν του ουρανού, και μακριές  λευκές  γραμμές επάνω  τους, και στο μέσο της έκτασης αυτής ορθωνόταν ένα ύψωμα που και αυτό ήταν ένας  πελώριος  βράχος συμπαγής ως τη κορυφή του και είχε και αυτός το  ίδιο χρώμα  με τους  άλλους χαμηλούς βράχους     ομάδα στάθηκε κι θαύμαζε αυτό  που έβλεπε    τότε ένας  τους  λέγει  μοιάζει θάλασσα με κύματα !)   
     Το τασλίκ  στον Σκόπελο   τα  βράχια     (με υποκύανο χρώμα   τους  και τις λευκές                    ραβδώσεις)



πραγματι  οι χαμηλοί βράχοι απλωμένοι   στην έκταση  εκείνη  και   ο  ένας   κοντά στον άλλον, καμπυλωτοί. Όπως ήταν,  με υποκύανο χρώμα   τους  και τις λευκές ραβδώσεις, έδιναν τνμ εντύπωση  κυματισμένης  θάλασσας.  Λέγει  τότε ένας  άλλος της  ομάδος    να κι ένας σκόπελος  καταμεσής!. Κι  αυτή  η παρομοίωση  πετυχημένη, έτσι  όπως ορθώνονταν   ο υψηλός   βράχος στο  μέσο της  βραχώδους έκτασης.  Γέλασαν  τότε όλοι και  συνέχισαν την πορεία τους   στον μικρό  ποταμό, από τη  δεξιά  πάντοτε  όχθη   του.  Τώρα λίγο  προχώρησαν και η βλάστηση   πύκνωσε  περισσότερο.  Τα  δέντρα  που συναντούσαν εδώ στις  όχθες  του ποταμού  ήταν πλατάνια, μικρά, μεγάλα  και αιωνόβια.  Και  χαμηλά, στις άκρες  των όχθων  του ποταμού, λυγαριές  και ροδοδάφνες ανθισμένες. Ακούσθηκε  πάλι εδώ η  λαλιά  ενός   αηδονιού…Γοητευμένοι όλοι από την ομορφιά του μέρους που βρισκόταν, προχώρησαν    λίγο ακόμη. Και τότε  ξαφνικά   αντίκρισαν ένα μικρό  καταρράκτη, από την απέναντι όχθη του ποταμού ,   να κατρακυλά  παφλάζοντας τα νερά που χύνονταν  στο ποταμό .Σταμάτησαν  κι θαύμαζαν το θέαμα,  σιώπησαν , άλλα  καθένας μέσα του και όλοι  έκαναν την  ίδια σκέψη. Πέρασαν εύκολα στην αντίπερα  όχθη  και σκαρφάλωσα στο μικρό ύψωμα πλάγι στον καταρράκτη για να  ιδούν από  που ερχόταν το   νερό  του  και είδαν ότι η πηγή  του ήταν εκεί  κοντά σε απόσταση μερικών  μόλις βημάτων . Αυτό τους χαροποίησε περισσότερο.   Έσκυψαν και ήπιαν  από το  παγωμένο νερό.   Είχαν κιόλας    συνεννοηθεί   μεταξύ τους, χωρίς να ανταλλάξουν   προφορικά τις γνώμες τους εδώ πρέπει να αναζητηθούν τα εδάφη που χρειάζονται για εκμετάλλευση  .
Και υπήρχαν εκτάσεις αρκετές δεξιά  και αριστερά του μικρού  ποταμού με ομαλή κατωφέρεια προς ανατολικά, πράγμα  που θα εξασφάλιζε  την άκοπη άρδευση σε μεγάλη έκταση,  ένας μικρός αγωγός, μήκους τριών-τεσσάρων βημάτων, για να διοχετεύει το νερό και στην αντίθετη πλευρά, δεν ήταν δύσκολο να κατασκευασθεί   .  Η ομάδα ήταν ενθουσιασμένη και πολύ χαρούμενη, η αποστολή   της έληξε με επιτυχία.  Από τότε και επί  μακρού επί αιώνες , τη μικρή περιοχή  όπου ανακαλύφθηκε ο μικρός  καταρράκτης  και έγιναν  οι καλλιέργειες, την προσδιόριζαν με το όνομα Σκόπελος από την έξυπνη παρομοίωση του υψηλού βράχου .Και οι καλλιέργειες αυτές θα κατέλαβαν τα εδάφη ανατολικά. Αλλά και όσοι καλλιεργούσαν τα εδάφη που τα πότιζαν με το νερό  του καταρράκτη αναγκαστήκαν σύντομα  να κατασκευάσουν ενδιαιτήματα   για τη διαμονή  και για διανυκτέρευση   τους. Δεν άργησαν να μεταφέρουν  εκεί   και τις οικογένειές τους σε μικρά σπίτια  που κατασκεύασαν  ο καθένας στο κτήμα του . Τα  σπίτια   αυτά ήταν  ο θεμέλιος λίθοςτου Σκοπέλου που πήρε   το όνομα αυτό από το όνομα  του υψηλού  βράχου που αναφέραμε παραπάνω.  Και το νερό του μικρού  καταρράκτη δεν ήταν άλλο από το νερό της σημερινής (  Πέρα  Βρύσης)   που  τρ΄χει ανεξάντλητο ίσαμε  σήμερα  στην Επάνω   αγορά του   Σκοπέλου , και ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες χρόνια  πρωτύτερα …….Το νερό  αυτό ήταν η αποκλειστική αιτία   και αφορμή της ίδρυσης του Σκοπέλου από  τους αρχαίους πρώτους  οικιστές  που ήταν οι άποικοι του 1125 και εξής    π.χ. και η ανάγκη τους πίεζε ν΄ ανεύρουν   και να αξιοποιήσουν εδάφη.   Γρήγορα  πρέπει   να  έστησαν και βωμό  κοντά στη πηγή, για θυσίες και λατρεία  στους θεούς των .

  Απόσπασμα από το ανέκδοτο έργο του κ. Παναγιώτη   Γ. Κουντουρά
                                Ο Σκόπελος της Λέσβου
               Που αναφέρεται στην  ίδρυση   του Σκοπέλου.


  ΓΕΡΑ:  Τρίμηνη  έκδοση  τιυ Παγγεραγωτικού Συλλόγου  Αθηνών. τευχος  23-24





                               Άποψη  του Σκοπέλου  με  φόντο το  βουνό Περιστέρι
   Σκόπελος




Εκεί σκαρφαλωμένος, επάνω στους πρόποδες του Περιστεριού (671 μ.), αντικρίζει πρώτος τον ήλιο όταν ξεπροβάλλει πίσω από το βουνό της Αμαλής. Στα πόδια του ο κάμπος της Γέρας και η στενή, γαλάζια, λουρίδα του κόλπου. Τον διασχίζει ένας ποταμός. Τον κόβει στα δύο. Τώρα έχει καλυφθεί από τον κύριο δρόμο που φέρνει στο χωριό. Είναι ο ίδιος ο ποταμός που περνά από την Δρόμα και τις Κάργιες στον κάμπο. Είναι η αλυσίδα που δένει το χωριό μ' αυτές τις δύο περιοχές που ανήκουν στο «μέρα» του. Παλιά αυτός ο ποταμός χώριζε πραγματι­κά τον Σκόπελο στα δύο. Δεξιά του βρισκόταν οι δύο τεράστιοι πλάτανοι που σκεπάζουν την «πάνω» αγορά και που ακόμα υπάρχουν εκεί αγέρωχοι. Εκεί υπήρχε το γεφύρι που ένωνε τις δύο όχθες. Είχε προστατευτικό κάγκελο και στη γωνία υπήρχε σκάλα που οδηγούσε σ' ένα καφε­νείο που κρεμότανε με τζαμωτό σαχνισίνι πάνω από τον ποταμό (τώρα φούρνος του Μπουγλάνη). Στην ίδια σειρά υπήρχαν κάτι μαγαζάκια και εκεί δίπλα  όπως και τώρα. Αυτή είναι μια κτιστή στέρνα, πολυγωνική, με τέσσερις  βρύσες.
Ζωγραφικό έργο  του Μ.  Αξιώτη

Δύο μεγάλες και δύο μικρές. Η επένδυση είναι από πλάκες τεφροκύανου μαρμάρου. Φέρει ανάγλυφο το Χριστιανικό κυπαρίσσι και τον σταυρό. Η κτητορική επιγραφή αναφέρει το 1843. Μέσα λοιπόν στην Τουρκοκρατία, μια νύχτα, καθώς λένε οι παλιοί, την έστησαν εκεί αφού είχαν φτιάξει αλλού τις πλάκες και ήταν έτοιμες. Επάνω στην επίπεδη οροφή της τώρα έχει τραπεζάκια το καφενείο. Παλαιότερα φιλοξενούσε την χειροκίνητη πυροσβεστική τουλούμπα του χωριού. Οι πηγές της έρχονται από ψηλά και περνούν κάτω από την εκκλησία. Σε υψηλό­τερο επίπεδο βρίσκεται ο άλλος πλάτανος. Εκεί πάνω σε κάτι καναπέδες την αράζανε οι μερακλήδες. Επάνω σ' αυτόν τον πλάτανο κρεμότανε μια μεγάλη «φανάρα» που φώτιζε το μέρος τη νύχτα. (Τώρα εκεί βρίσκεται η αυλή του εξοχικού της παλιάς κοινότητας). Εκεί που τώρα υπάρχει η σκάλα ένα ανηφορικό λιθόστρωτο περνούσε από τα άλλα καφενεία που στέκουν ακόμα εκεί και μετά περνούσε έξω από την Αη-Γιώργη. Μεγάλη εκκλησιά. Κτίσθηκε το 1905. Έξω από την δυτική αυλόπορτα φέρει πλάκα που γράφει 1 Μαρτίου 1905, ενώ η ίδια χρονολογία υπάρχει και πάνω από την βορινή αυλόπορτα. Είναι τρικλιτη βασιλική σταυροειδούς τύπου. Μέσα σ' αυτήν, εκτός των άλλων, βρίσκονται και εικόνες του αγιογράφου Ευστρατιάδη στην οροφή του μεσαίου κλίτους. Ιδιαί­τερη μεγαλοπρέπεια του προσδίδουν τα δύο κωδωνοστάσια στην πρόσοψη. Ο ναός φέρει την ημερομηνία αυτή αλλά μέσα υπάρχουν πολύ προγενέστερα αντικείμενα (μανουάλια του 1795,,
ευαγγέλια και άλλα βιβλία του 1777 και 1802). Σίγουρα εδώ θα υπήρχε μικρότερος ναός από πολύ παλιά. Εφημέριοι του ναού αναφέρονται από το 1902. Είναι μια από τις μεγαλύτερες εκκλησίες του νησιού (24 Χ 12 Χ 11 μέτρα). Το καλντερίμι οδηγούσε (τώρα μπετόν) στην άλλη μεγάλη εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής




. Εδώ κάτω από τα μεγάλα πυκνόφυλα πλατάνια γίνεται το μεγάλο πανηγύρι που μαζεύει κόσμο από όλο το νησί. Όλη τη νύχτα χορεύουν τον «μπαλό» στα καφενεία. Με την αύριο (23 Ιουλίου) γίνεται το «σώσε». Οι Σκοπελιανοί αφήνουν το χωριό τους και «συνοπαίρνουν» στον κάμπο μετά από αυτό το πανηγύρι. Παλιά έμενε μόνο ο «πασβάντης» (πληρωμένος από τον κοινότητα φύλακας) να το φυλάει. Αρκετοί παραθέριζαν στο βουνό (Καριώνας, Καλά-περιβόλια). Μέσα στην αυλή υπάρχει το πηγάδι με το άγιασμα. Και οι καινούργιοι ξενώνες. Κάτω από την εκκλησία και την αυλή βρίσκονται υπόγειες στοές, τα λαγούμια. Πριν από αρκετά χρόνια άνοιξαν αυτά τα λαγούμια ψάχνοντας για την «θαυματουργή» εικόνα της Αγίας. Έτσι καθιερώθηκαν και αυτά σαν τόπος λατρείας. Σκαμμένα μέσα στο μαλακό βράχο (λίγδο) έχουν τοποθετημένα καντήλια και εικόνες κατά διαστήματα. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι κατά την ανασκαφή βγήκαν στην επιφάνεια λιθόπλινθοι και αρχιτεκτονικά μέλη με ανά­γλυφους σταυρούς, κομμάτια από την παλιά ιστορία του χωριού. Η κάθοδος στις στοές γίνεται από τη νότια πλευρά της αυλής και σκεπάζεται με ένα μικρό παρεκκλήσι, που επάνω από την πόρτα είναι εντοιχισμένη πλάκα από τεφρό μάρμαρο που φέρει ανάγλυφο τον δικέφαλο αετό και την κορώνα. Στις τέσσερις γωνίες υπάρχουν γράμματα. Στην αριστερή κάτω γωνία γράφει (1)796 (ή 1746). Η πλάκα είναι κομμένη λοξά. Στην δεξιά κάτω γωνία διαβάζουμε ΙΑΝου (το ου βυζαντινό) δηλαδή Ιανουάριος του 1796. Τέλος άνω αριστερά ξεχωρίζει η λέξη (ΓΕ)ΟΡΓΙΟΣ. Μία πλάκα λοιπόν από παλαιότερο ναό, ίσως του Αη-Γιώργη. Η Αγία Μαγδαληνή κτίσθηκε το 1925. Έχει αγιογραφίες του Στρατή Αξιώτη.
Η  προτομή  του Μίλτου Κουντουρά
Θα ξαναγυρίσουμε στα πλατάνια της πλατείας. Εδώ τώρα έχουμε  το παλιό κοινο­τικό μέγαρο με το θέατρο, ένα καφενείο και την βιβλιοθήκη του Μίλτου Κουντουρά. Εκεί μπροστά στέκει η προτομή του μεγάλου δασκά­λου και κοιτάζει αμίλητη το χωριό με τα πλατάνια που τόσο αγάπησε. Στην πλατεία, πριν από πολλά χρόνια, γκρέμισαν ένα παλιό καφενέ που τους τοίχους του τους είχε διακοσμήσει ο Θεόφιλος ο τσολιάς. Αυτό συναγωνιζόταν τα άλλα με την μουσική που έφερνε στο πανηγύρι. -Όταν περνούσες το γεφυράκι, εκεί δεξιά επάνω από τον ποταμό κρεμότανε ακόμα ένα καφενείο με το σαχνισίνι του. Τώρα ανηφορίζεις το λιθόστρωτο προς την άλλη αγορά. Και εδώ υπάρχουν μαγαζάκια και  καφενεία. Αυτή η αγορά σκεπαζόταν με αναρριχητικά έτσι που δεν έφθαναν στο καλντερίμι οι ακτίνες του ήλιου. Εκεί δεξιά, καθώς κατεβαίνεις, υψωνόταν ο μιναρές τον οποίο και γκρεμίσανε σαν επικίνδυνο. Εδώ, πλάι στο καφενείο του Καλάργαλη υπήρχε η σιδερένια πόρτα της αυλής του τζαμιού. Ήταν ένα ωραίο, καθώς λένε, τέμενος και καταλάμβανε τον χώρο της μικρής πλατείας. Από πίσω του περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στο παληό ελαιοτριβείο του Μοσχόβη. Πιο κάτω ο δρόμος χωρίζεται. Το καλντερίμι συνεχίζει προς τα κάτω και οδηγεί στην παλιά είσοδο του χωριού. Από εδώ επικοινωνούσε με τον Παππάδο. Εδώ βλέπουμε ακόμα ένα μεγάλο παλιό ελαιοτριβείο. Αυτό ήταν από τα μεγαλύτερα μέσα στην Γέρα. Ανήκε στον Ιταλό πρόξενο Φιντέλε. Είχε ατμομηχα­νή και πέντε πιεστήρια (μπασκιά). Φαίνεται όμως ότι ανήκε στους Τούρκους  παλαιότερα γιατί υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με τούρκικη επιγραφή. Αναφέρει ότι κτίστηκε στα 1863( 1281).Τελευταία ανήκε στους Κουλαγύνη-Χατζηγιαννάκη. Εδώ μέσα υπάρχει μεγάλος πλάτανος. Τον καιρό που αυτό δούλευε με τον ατμό μέσα στο χωριό υπήρχαν και χειροκίνητοι ελαιόμυλοι. Αυτοί είχαν τις πέτρινες ρόδες που γύριζαν επάνω σε μια άλλη στρογγυλή πέτρα (το πιάτο) με την δύναμη ενός ζώου (συνήθως αλόγου). Το πιεστήριο που ήταν συνήθως ένα είχε ένα κοχλία που στα παλαιότερα ήταν ξύλινος και πίεζε τον οπό της ελιάς (μέσα στα τσουπιά). Τον κοχλία τον γύριζαν δύο συνήθως εργάτες. Γύρω στο 1920 δούλευαν στο χωριό τέσσερις τέτοιοι μύλοι. Ο ένας ήταν στη θέση του εργοστασίου του Μοσχόβη. Ο δεύτερος, μέσα σ' ένα στενό στην αρχή του δρόμου που οδηγεί εδώ που βρισκόμαστε τώρα. Δίπλα στο μεγάλο αυτό ελαιοτριβείο βρίσκεται τώρα ο ελαιουργικός συνεταιρισμός του χωριού(ανήκε στην οικογένεια Κόμιλη) και ο δρόμος που οδηγεί στον Μεσαγρό αφού περάσει επάνω από ένα μικρό γεφυράκι. Το γήπεδο του Σκοπέλου είναι και αυτό κάτω από το εργοστάσιο.
Μαρμάρινη  βρύση στην κάτω αγορά.
 Θα επιστρέψουμε τώρα πάλι στην αγορά. Αυτή ήταν η Τούρκικη αγορά (τσαρσί). Εδώ που χωρίζεται ο δρόμος μπορείς να απολαύσεις τον καφέ σου στο παλιό καφενείο του «Αβέρωφ» απέναντι από την τούρκικη βρύση που αποτελεί έργο τέχνης. Την κατασκεύασε ο Νικόλας Αξιώτης, γλύπτης στο επάγγελμα που ξενιτεύτηκε μετά στην Αμερική, Φέρει αψίδα με το μισοφέγγαρο με δύο αράβδωτες κολώνες από το ίδιο υλικό που στέφονται από ωραίο κορινθι­ακό κιονόκρανο φτιαγμένο από λευκό μάρμαρο. Από το ίδιο λευκό μάρμαρο είναι φτιαγμένη και η πλάκα που φέρει τον κρουνό και είναι στολισμένη με ανάγλυφα σχέδια, φέρει μεγάλη τουρκική επιγραφή και ένα μισοφέγγαρο στραμμένο ανάποδα. Αναφέρει 1908(1327).
Ο άλλος δρόμος από εδώ βγάζει στον Μεσαγρό. Στην αρχή του έχει κάτι μαγαζάκια και παλαιότερα υπήρχε και ο καφενές του Βράκα. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται το παλιό φαρμακείο του χωριού. Εδώ, μέσα που αποτελεί και ένα στέκι με πολλά ενδιαφέροντα έγραφε τα ποιήματα του στην ντοπιολαλιά ο φίλος μου Στέλιος Ευαγγελινός, ο φαρμακοποιός, που δεν το κρύβω ότι αυτός μου έδωσε την αφορμή να καταπιαστώ με το δύσκολο τούτο έργο. Δίπλα στο φαρμακείο, σε ένα παλιό σπίτι στεγαζόταν το αγροτικό ιατρείο που τώρα έχει μεταφερθεί στην άλλη αγορά δίπλα στον Αη-Γιώργη. Ένα δρομάκι που κατηφορίζει από εδώ,  έβγαζε στον τούρκικο λου­τρό. Ακόμα πιο πέρα, μετά από μια στροφή βρισκόταν επί τουρκοκρατίας το «καρακόλ» (αστυ­νομικός σταθμός) στο σημερινό σπίτι του Καψαλού και από κάτω η Ηλεκτρική εταιρεία του Ορφανού που έφερε το πρώτο ηλεκτρικό φως στα χωριά (μετά την απελευθέρωση).
Από εδώ και πέρα αρχίζει το «πρόβασμα». Δεξιά υπάρχει  το ονομαστό τούρκικο σχολείο το «Ρουστιέ», τώρα ανακαινισμένος ξενώνας.. Επάνω από την πόρτα του διατηρείται ακόμα η επιγραφή. Γράφει 1879(1298). Παλαιότερα εδώ ήταν εγκατεστημένη η Ελληνική Χωροφυλακή. Το «πρόβασμα» είναι σαν ένα φυσικό μπαλκόνι απ' όπου η θέα είναι ανεπανάληπτη. Παρόλο που υπάρχει ένα μικρό κεντράκι που λειτουργεί το καλοκαίρι δεν έχει αξιοποιηθεί τουριστικά. Μετά αρχίζει ο Μεσαγρός. Εμείς όμως θα γυρίσουμε πίσω, στην αγορά με τα πλατάνια και θα κατηφορίσουμε τον άσφαλτο που σκεπάζει τώρα τον ποταμό. Εκεί λοιπόν που τώρα βρίσκεται το βενζινάδικο του Αγγελή υπήρχε ο τρίτος ελαιόμυλος του Παράσχου Ανδριάνη με δύο μυλόπετρες και ένα μπασκί. Και πιο κάτω, το κτίριο που στεγάζει το ξυλουργείο του Ανδριώτη ήταν ο τέταρτος ελαιόμυλος του Καράκοντη με δυο μυλόπετρες και ένα μπασκί όπως και ο προηγούμενος. Εδώ, δίπλα στο μεγάλο σπίτι του Σουρλάγκα( με τις ωραίες οροφογραφίες) ανηφορίζει ένα σοκάκι που οδηγεί στο εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής. Τώρα βλέπεις ένα άχαρο κατασκεύασμα από μπετόν. Παλιά κατέβαινες με σκαλιά για να μπεις στην εκκλησούλα που την σκέπαζε μεγάλη καρυδιά και σε δρόσιζε μια παλιά βρύση. Δίπλα σ' αυτή την εκκλησούλα υπήρχε ένα μεγάλο κτίριο, που στέγαζε το «αρρεναγωγείο» (σχολαρχείο) που ήταν τετρατάξιο. Αυτό το σχολείο μαζί με το «παρθεναγωγείο» (βρισκό­τανε από την άλλη πλευρά του ποταμού σε σπίτι που είχε δωρίσει την κοινότητα η οικογένεια Μπερπεδούκα) ιδρύθηκαν το 1870. Το 1905 το «αρρεναγωγείο» μετονομάσθηκε επί δημογεροντίας Αλβανού «Επτατάξιος Αστική Σχολή» με την προσθήκη τριών τάξεων.
Το  Ηρών  του Σκοπέλου
Νηπιαγωγείο   Σκοπέλου
Όταν σκεπάσθηκε ο ποταμός, στην είσοδο του χωριού διαμορφώθηκε ο χώρος σε αγροκή­πιο με το ηρώον και ένα μικρό κεντράκι. Από επάνω του υπάρχει το εκκλησάκι της Παναγί­τσας. Ο Παληός δρόμος κατέβαινε πίσω από αυτό το εκκλησάκι, και περνούσε επάνω από τον ποταμό με ένα μεγάλο γεφύρι δίπλα στο ωραίο σπίτι που τώρα χρησιμεύει σαν παιδικός σταθμός. Εδώ υπάρχουν οροφογραφίες του Στρατή Γαβαλά. Εκεί πιο κάτω κτίσθηκε το 1928-1934 το σημερινό σχολείο του χωριού. Επάνω από το σχολείο ξεκινά ένας δρομάκος που βγάζει στο γήπεδο. Εδώ ορθώνεται ένας βράχος που φέρει τα σημάδια του παλιού λατομείου. Είναι το «τασλίκι» (τουρκικά λατομείο) απ' όπου έβγαζαν το ωραίο μπλε μάρμαρο με τις λευκές φλέβες. Μ' αυτό το μάρμαρο είναι στολισμένα αρκετά κτίσματα στα χωριά της Γέρας καθώς και λιθόστρωτα του Σκοπέλου.
Σχεδόν μέσα στο χωριό, στο σημείο όπου αρχίζει να καλύπτεται ο ποταμός επάνω στην απόκρημνη δεξιά του όχθη είναι κτισμένος ο Αη-Γιώργης. Η θέση λέγεται κουφό και είναι ένα μικρό εκκλησάκι στο οποίο η δυτική του πλευρά ακουμπά στον όχθο του ελαιοκτήματος. Από μέσα υπάρχει μια στενή τρύπα που προχωρά σε άγνωστο βάθος μέσα στον λόφο. Η παράδοση θέλει και εδώ την εικόνα του Αγίου κρυμμένη. Επάνω από το στόμιο έχει εντοιχιστεί ένα ορθογώνιο, τεφροκύανο μάρμαρο που φέρει πλαίσιο στην άνω και αριστερή του πλευρά (φαίνε­ται κομμένη στις άλλες δύο). Έχει ανάγλυφο σχέδιο που σχηματίζει ένα Ω (ωμέγα κεφαλαίο) και στο μέσον η μια κεραία από σταυρό. Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για μια σπασμένη πλάκα παλαιοχριστιανικού θωρακίου.
Μέσα στον Σκόπελο βρίσκονται σκορπισμένα υπό μορφή εντοιχισμένων κυρίως λιθοπλίνθων αρκετά τεκμήρια από το παλαιοχριστιανικό παρελθόν. Αξιοσημείωτο είναι ένα κομμάτι από πεσσό παλαιοχριστιανικού ιερού που βρίσκεται εντοιχισμένος σ' ένα κατώφλι παλαιού μαγαζιού στο δρόμο που περνά δίπλα από το παλιό ταμείο του κινηματογράφου (στο ίδιο ύψος).
Παλίος ντουσιμές  στον Σκόπελο
Ο Σκόπελος είναι ένα από τα παλαιότερα χωριά της περιοχής. Το όνομα του μνημονεύεται από πολύ παλιά. Σε μια επιγραφή που βρέθηκε στην περιοχή, σκαλισμένη επάνω σ' ένα κυανότεφρο μάρμαρο και που ήταν κτηματολόγιο της εποχής του Διοκλητιανού (Ρωμαϊκοί αυτοκρατορικοί χρόνοι, 300-400 μ.Χ.) διαβάζουμε: (Χω(ριον)Σκοπελος(α)μ(πελων) ιουγ(ερα)-Χ(...)ιουγ(ερα)(.)ελ(αιων)γυρ(οι)(...). Σ’ αυτή λοιπόν την τόσο σημαντική επιγραφή βλέπουμε το χωριό να υπάρχει αυτή την τόσο μακρινή εποχή. Ο Ι. Κοντής στους αρχαιολογικούς του χάρτες, στηριζόμενος σ' αυτό το κτηματολόγιο, θεωρεί βέβαια την ύπαρξη του χωριού από τους Ελληνιστικούς χρόνους (από το 480 π.Χ., ίσως όμως και από το 780 π.Χ.) που τον θεωρεί σαν «κέντρο Κώμης»16. Το πανάρχαιο αυτό χωριό αναφέρεται και από τον Σταυράκη Αναγνώστη3. Ο Σκόπελος βρίσκεται μέσα στα χωριά της Λέσβου που ανέφερε ο παλιός μητροπολιτικός κώδικας της Μυτιλήνης. Αυτόν τον αντέγραψε στο βιβλίο του και χρονολογείται από το 1567 έως το 1652. Επίσης γράφει για το χωριό των δικών του χρόνων: «16Α Σκόπελος, χωρίον, από Χριστιανών και Τούρκων κατοικούμενον, και ναόν έχον του Αγίου Γεωργίου, και οικίας περίπου τριακοσιας.  Ωνομάσθη δε δια το βραχώδες και απόκρημνον ούτως, ή ίσως δια τον παρά την θάλασσαν κείμενον υψηλό βρά-χον(;), κάτωθεν του χωρίου ή δια την αφ' υψηλού σκοπιάν αυτής Σκόπελος». Το βιβλίο γράφτηκε το 1850. Βλέπουμε λοιπόν να αναφέρεται ο παλαιότερος ναός του Αγίου Γεωργίου.
Ο Σκόπελος επί τουρκοκρατίας ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής. Θα αφήσουμε τον Τάξη4, το 1909 να μας τον σκιαγραφήσει: «Σκόπελος. Κείται επί ωραίας και γραφικής τοποθεσίας εις ύψος 130 μέτρων από της επιφα­νείας της θαλάσσης, χωριζόμενη εις δύο εκ του εν τω μέσω αυτής διερχομένου χειμάρρου. Απέχει του Περάματος περί την μίαν ώραν . Έχει οικογενείας περί τα 760, εξ ων αϊ 130 οθωμανικαί, μετά του καταλλήλου τεμένους και σχολείου εκ των αρίστων (Ρουστιέ) εν ω φοιτώσει και οι του Μεσαγρού προκεχωρημένοι μαθηταί. Ναόν τελευταίως το 1892 ανακαινι-σθέντα περικαλλή του Αγίου Γεωργίου, και σχολεία των αρρένων και θηλέων, ως και επιστή­μονα ιατρό. Αυτόθι εδρεύει ο ανθυποδιοικητής (Μουδίρης) της περιφερείας Γέρας και αϊ λοι-παί διοικητικοί και δικαστικοί αρχαί. Εις το ανατολικόν της κωμοπόλεως άκρον εις θέσιν Τασλίκ καλούμενη, υπάρχουσι κάλλιστα λατομεία μαρμάρου, εφ' ων υπάρχει σκοπιά εξ ης δίκην πανοράματος παρουσιάζεται, ευθύς αμέσως τω θεατή, η καλλίδενδρος και ωραία της Γέρας πεδιας, ο θαυμάσιος αυτής κόλπος και όλα τα κατέναντι μέρη της Αμαλλής. Προϊόνταπαράγει έλαιον και ικανά οπωρικά. Το αυτόθι ατμοκίνητον ελαιοτριβείον τυγχάνει εκ των αρίστων, ον το αρχαιότερον πάντων των λοιπών εν Γέρα».
Για τον Σκόπελο βρίσκουμε στοιχεία και σε επιστολή που συντάχτηκε το 190719. «Ο Σκόπελος κείται υψηλότερον των λοιπών χωρίων και είναι πρωτεύουσα του Δήμου Γέρας (Δήμαρχος ο Βάρκας). Εν αυτή εδρεύει ο Μουδίρης. Έχει περί τας 800 οικίας, άπασας λιθόκτιστους, ως 140 οθωμανικοί περί τας 4.000 πληθυσμόν. Εν τω Σκοπέλω υπάρχει ωραιότατη εκκλησία, βυζαντινού ρυθμού (;) προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, κτισθείσα το 1892, τα δε εν αυτή έργα είναι του διασήμου ζωγράφου Ευστρατιάδου. Έχει εξάτακτον αστικήν σχολήν αρρένων μετά 210 μαθητών και τριών διδασκάλων και τετράτακτον σχολήν θηλέων με 70 μαθήτριας και δύο διδασκάλισσας. Η οθωμανική συνοικία διατηρεί σχολαρχείον έξω της κωμοπόλεως εις αυτό φοιτούν και οι εν των Μεσαγρώ Οθωμανών παίδες».
Μετά από τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας μπορούμε κάπως να παρουσιάσουμε την ιστορία του Αη-Γιώργη ως εξής: Κτίσθηκε μέσα στον 18ο αιώνα. Ίσως το 1746, ίσως το 1796. Η πλάκα επάνω από την είσοδο των λαγουμιών γράφει επάνω αριστερά ΟΡΓΙΟΣ (δηλ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ). Σ' αυτό συνηγορούν και οι ημερομηνίες στα μανουάλια του σημερινού ναού. Το 1892 κτίσθηκε κατά πάσα πιθανότητα η σημερινή εκκλησία με τις αγιογραφίες του Ευστρατιάδη. Μόνο που δεν είναι βυζαντινού ρυθμού όπως τον θέλει ο επιστολογράφος. Το 1897 ανακαινίζεται (Τάξης) καθώς και το 1905. Ο πληθυσμός του χωριού το 1928,· μετά την ανταλλαγή των προσφύγων, ήταν 3723 άτομα, το 1971 2565 και το 1982 2249.
Βλέπουμε λοιπόν το κεφαλοχώρι να είναι η πρωτεύουσα του Δήμου της Γέρας επί τουρ­κοκρατίας. Τώρα υπάρχει η έδρα αγροτικού ιατρείου, ένα φαρμακείο, νηπιαγωγείο και παιδικός στα­θμός. Πριν από λίγα χρόνια μεταφέρθηκε η έδρα του αρχιερατικού επισκόπου Γέρας από τον Παππάδο στον Σκόπελο. Είναι ένα από τα ωραιότερα και πιο «ζωντανά» χωριά του νησιού. Παρόλο το τσιμέντο που έπεσε στα γραφικά του σοκάκια εξακολουθεί να διατηρεί την ομορφιά του. Αυτά τα δυο θεόρατα πλατάνια με την βρυσόμαννα ενέπνευσαν αμέτρητες φορές γνωστούς ζωγράφους να αποθανατίσουν στους πίνακες τους αυτή την όμορφη αγορά. Ανάμεσα τους ο Παπαλουκάς. Τέκνο του Σκοπέλου και ο γνωστός ζωγράφος Στρατής Αξιώτης. Ο πατέρας μου, αμέτρητες φορές είχε σαν αγαπημένο του θέμα την «επάνω βρύση».Επίσης τον Στρατή Γαβαλά Έβγαλε τον μεγάλο δά­σκαλο, τον Μίλτο Κουντουρά, που τώρα η ωραία μορφή του στολίζει με προτομή το χωριό που τον γέννησε. Έδωσε πάντοτε το παρόν στους δημοκρατικούς αγώνες. Αυτό το χωριό το χωριό του πατέρα μου το χω πάντα μέσα στην καρδιά μου.
 Κείμενο του Μάκη Αξιώτη από το βιβλίο "Στα χνάρια τα παληά - Οδοιπορικό γύρω από τον Κόλπο της Γέρας", Έκδοση του Παγγεραγωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Αθήνας, Φεβρουάριος 1987